διαλύω

[диалио] р. растворять,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαλύω" в других словарях:

  • διαλύω — loose one from another pres subj act 1st sg (epic) διαλύω loose one from another pres ind act 1st sg (epic) διαλύ̱ω , διαλύω loose one from another pres subj act 1st sg διαλύ̱ω , διαλύω loose one from another pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλύω — διαλύω, διέλυσα (σπάν. διάλυσα) βλ. πίν. 5 Σημειώσεις: διαλύω : στο λόγο μη μορφωμένων ατόμων απαντάται και ο τύπος του ενεστώτα διαλάω (κατά το αγαπάω) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαλύω — και διαλύνω διέλυσα, διαλύθηκα, διαλυμένος 1. αποσυνθέτω, αποσυνδέω, χωρίζω ένα σύνολο στα μέλη του: Ο μηχανικός διέλυσε τη μηχανή του αυτοκινήτου μου. 2. προκαλώ τη διάλυση στερεού σώματος σε υγρό, λιώνω: Για να κάνεις άλμη, χρειάζεται να… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαλύω — (Α διαλύω) 1. αποσυνθέτω, λύω ή χωρίζω κάτι στα μέρη που τό συνθέτουν 2. απομακρύνω, διαχωρίζω ανθρώπους, τους διασκορπίζω 3. διασκορπίζω πρόσωπα που αποτελούν ενιαίο σύνολο, λ.χ. διαδήλωση 4. θέτω τέρμα στη λειτουργία εταιρείας, επιχείρησης κ.λπ …   Dictionary of Greek

  • διαλύω — [диалио] р. разлагать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαλύῃ — διαλύω loose one from another aor subj pass 2nd sg (epic) διαλύω loose one from another pres subj mp 2nd sg (epic) διαλύω loose one from another pres ind mp 2nd sg (epic) διαλύω loose one from another pres subj act 3rd sg (epic) διαλύ̱ῃ , διαλύω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλύεσθε — διαλύω loose one from another pres imperat mp 2nd pl (epic) διαλύω loose one from another pres ind mp 2nd pl (epic) διαλύ̱εσθε , διαλύω loose one from another pres imperat mp 2nd pl διαλύ̱εσθε , διαλύω loose one from another pres ind mp 2nd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλύετε — διαλύω loose one from another pres imperat act 2nd pl (epic) διαλύω loose one from another pres ind act 2nd pl (epic) διαλύ̱ετε , διαλύω loose one from another pres imperat act 2nd pl διαλύ̱ετε , διαλύω loose one from another pres ind act 2nd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυομένων — διαλύω loose one from another pres part mp fem gen pl (epic) διαλύω loose one from another pres part mp masc/neut gen pl (epic) διαλῡομένων , διαλύω loose one from another pres part mp fem gen pl διαλῡομένων , διαλύω loose one from another pres …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυόμεθα — διαλύω loose one from another pres ind mp 1st pl (epic) διαλῡόμεθα , διαλύω loose one from another pres ind mp 1st pl διαλύω loose one from another imperf ind mp 1st pl (epic) διαλῡόμεθα , διαλύω loose one from another imperf ind mp 1st pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.